Φτελιά

Βρίσκεται σε υψ. 1000μ. πλησίον του Δ.Δ. Αλεστίων, περιβάλλεται από πανύψηλες βουνοκορφές με υπέροχα και πυκνά δάση ελάτης, κέδρου, βελανιδιάς και φτελιάς, με τον ποταμό Τρικεριώτη να χύνεται στη λίμνη των Κρεμαστών , αποτελεί σπάνιας φυσικής ομορφιάς ορεινό τοπίο.

Στη Φτελιά μπορούμε να πάμε εκτός από Προυσό, Αγ. Βλαχέρνα, Αγαλιανό και από Χούνη Αιτωλοακαρνανίας, μια καταπληκτική διαδρομή με θέα τις ελατόφυτες βουνοκορφές να αντικατοπτρίζονται στα νερά τις λίμνης των Κρεμαστών.

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

ΑΓΟΡΩ Η ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΣΣΑ

ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΑΝΕΥΡΥΤΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ –ΤΟΜΟΣ Β


Τροβάτο, Άγραφα, Μεγάλα Βραγγιανά 8, 9, 10 Αυγούστου 2008
Εισήγηση-Παρέμβαση: Βασίλη Σιορόκου

ΑΓΟΡΩ Η ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΣΣΑ

Σεβασμιότατε, Αιδεσιμότατοι, κύριε βουλευτά, κύριε δήμαρχε, αξιότιμοι επίσημοι προσκεκλημένοι, αξιότιμοι κύριοι εισηγητές,

Κυρίες και κύριοι,  



Η παρέμβασή μου αυτή θα είναι ολιγόλεπτη, σεβόμενος την κούρασή σας σ’ αυτό το παραγωγικό και δημιουργικό τριήμερο επιστημονικό συνέδριο , εδώ σ’ αυτά τα ηρωικά, τα δοξασμένα αλλά και απάτητα από τους Τούρκους βουνά των Αγράφων.

Η ιστορία δεν ασχολήθηκε ποτέ ειδικά με τις ηρωίδες μας, προ και μετά την επανάσταση του ’21.

Πέρα από όσα έχουν καταγραφεί, υπάρχει η παράδοση από τον παππού στον εγγονό, από στόμα σε στόμα, που μαρτυρεί την ενεργό συμμετοχή της ηρωίδας γυναίκας στην επανάσταση του ’21.

Όταν χρειάζεται παίρνουν οι ίδιες τα όπλα, ανεβαίνουν στο βουνό, κατευθύνουν ακόμα και άνδρες, προετοιμάζουν για το μεγάλο ξεσηκωμό και την ανάσταση του γένους.

Πάρα πολλές απ’ αυτές παρέμειναν άγνωστες.

Όμως σε κάθε γωνιά της πατρίδας μας, διηγούνται ιστορίες με ηρωίδες που συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα, όπως: η Αικατερίνη Μακρυγιάννη, αδελφή του Κατσαντώνη, η Λένω Μπότσαρη, η Δέσπω Μπότσαρη, η Μόσχω Τζαβέλα, η Ζαμπέτα Κολοκοτρώνη (μάνα του Θόδωρου Κολοκοτρώνη), η Τασούλα Μαλάμω, η παπαδιά Κουρκουμελή και η κόρη της η Αλεφάντω, η Αθανασοπούλου Μαρία,
η Ασήμω Γκούρα,                                            

η Πολυξένη Καβάκου, η Ελένη Λιαροπούλου η Τρισεύγενη Δεληβοριά, η Μαρία Μπούχρα, η Φιλοθέη, αλλά και η Αγόρω η Αγραφιώτισσα και τόσες άλλες που θα μπορούσαμε να αναφέρουμε.

Εδώ στ’ Άγραφα σε αυτές τις απρόσιτες βουνοκορφές, στα δύσβατα φαράγγια και τα διάσελα, βρήκαν καταφύγιο οι ηρωικές μορφές του μεγάλου αγώνα απ όπου ήταν και το ορμητήριό τους για το μεγάλο ξεσηκωμό.

Αφορμή γι’ αυτή μου την παρέμβαση έπαιξε ένα τοπωνύμιο και μια μαρτυρία.

Μια μαρτυρία ενός υπεραιωνόβιου παππού, ο οποίος πέθανε στο 1984, στο χωριό Αγαλιανός του δήμου Παρακαμπυλίων, του Θανάση Τσινιά (η Τσνονάσιου όπως τον αποκαλούσαν). Αυτός ο παππούς ήταν αδελφός της γιαγιάς μου.

Υπήρχε και υπάρχει ακόμα ένα μονοπάτι δύσβατο το οποίο ενώνει τον Αγαλιανό με το χωριό Φτελιά (Τσερκοβοφτελιά λεγόταν τότε) που είναι και το χωρίο μου, του τέως δήμου Αρακυνθίων και νυν δήμου Προυσού. Μάλιστα λέγεται ότι αυτόν το δρόμο τον είχε ανοίξει, επί Τουρκοκρατίας, ο Νίκος Μπακάλης, ο οποίος από παράδοση φέρεται και ως ιδρυτής του χωριού Αλέστια (περί τα τέλη του 18ου αιώνα). Σε ένα σημείο του εν λόγω μονοπατιού υπάρχει ένα ξέφωτο με το τοπωνύμιο «Της Αγόρως το Μνήμα».

Προσπάθησα να συλλέξω πληροφορίες από μεγαλύτερους, να δω αν υπάρχουν στοιχεία γι ‘ αυτό το τοπωνύμιο, κα με μεγάλη μου έκπληξη έμαθα τότε (1983) από τον υπεραιωνόβιο παππού ότι σε αυτό το σημείο έγινε μάχη με τους Τούρκους, όπου σκοτώθηκε μια καπετάνισσα, που λεγόταν Αγόρω Αγραφιώτισσα και εκεί την ενταφίασαν οι σύντροφοί της.

Ανέτρεξα σε ιστορικά βιβλία και άλλες πηγές που αναφέρονται στα δύσκολα εκείνα χρόνια, που δεν καταγραφόταν εύκολα τα γεγονότα και ανακάλυψα λίγα βέβαια στοιχεία για την ηρωίδα μας, αλλά πιστεύω πως είναι σπουδαία.

Η Αγόρω η Αγραφιώτισσα, έδρασε ως καπετάνισσα στην περιοχή των Αγράφων, είχε κοντά της νταϊφά (ασκέρι – ομάδα) από 6 γυναίκες και αρκετούς άνδρες. Ο νταϊφάς της αναφέρεται ότι είχε παλικάρια: τον Συρεπίσιο, τον Παπαδιά, τον Αρωνιάδα, τον Παλιογιώργη, τον Πάνο Κατσίκη, τον Θάνο Τσούμα, τον Βρουκόλακα, τον Χόντο, τους Τσιγαριδαίους                                                       

τους Ακριβαίους και άλλους επίλεκτους οπλοφόρους. Η γενναιότητα της Αγόρως της Αγραφιώτισσας εξυμνείται σε ένα δημοτικό τραγούδι και η παλικαριά της παραλληλίζεται με εκείνη της Μόσχως της Σουλιώτισσας.

Είναι γνωστή η ποινή που επέβαλε στον καπετάν Μανώλη, ο οποίος είχε παραβεί τον κλέφτικο όρκο. Τον κατηγορούσαν ότι στους Απεράντιους, σε ένα σπίτι ενός προεστού, δεν σεβάστηκε τις γυναίκες του σπιτιού, Η Αγόρω τον έφερε δεμένο στο λημέρι της, τον ανάγκασε να ομολογήσει την πράξη του και αφού τον εξευτέλισε μπροστά στα παλικάρια της και σε άλλους Αγραφιώτες, του έδωσε την ευκαιρία να ζητήσει συγχώρεση από την οικογένεια που πρόσβαλε και αφού η οικογένεια του έδινε συγχώρεση, να παραμείνει στο βουνό. Και έτσι έγινε.

Γύρω στα 1810 και μετά το θάνατο του Κατσαντώνη, η Αγόρω η Αγραφιώτισσα, είναι μόνη στ’ Άγραφα , αφού ο Λεπενιώτης που διαδέχθηκε στο αρματολίκι τον Κατσαντώνη, είχε καταφύγει με 200 παλληκάρια ση Λευκάδα όπου συνεργαζόταν με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Δεν κατέστη δυνατό να βρεθούν περισσότερα στοιχεία για την ηρωίδα μας.

Μια άλλη πιθανή σύνδεση της ηρωίδας μας με άλλο τοπωνύμιο στα Κάτω Εσωχώρια, «Η Σπηλιά της Καπετάνισσας» μια απόκρημνη σπηλιά στην οποία ο καλός μας πατριώτης και ερευνητής Γιώργος Τάσιος κατέβηκε και πλησίασε στο σημείο όπου πιθανολογείται να ήταν ένα από τα κρησφύγετα της Αγόρως. Αυτή τη μαρτυρία του παππού και αυτά τα δύο τοπωνύμια τα καταθέτω συμπληρωματικά σε ότι ιστορία υπάρχει γύρω από την Αγόρω την Αγραφιώτισσα, ώστε μελλοντικά αν κάποιος ιστορικός ερευνητής θα ήθελε να ασχοληθεί με την ηρωίδα μας, να τα αξιοποιήσει.

Ευχαριστώ!



 Στην Αγόρω την Αγραφιώτισσα


Ένα πουλάκι πέταγε
στ’ Αγαλιανού τη ράχη,
δεν πήγαινε σε ρεματιές
σε δύστρατα, σ’ αλώνια.

Ήθελε μόνο να βρεθεί
σε δύσβατα λημέρια
στην καπετάνισσα κοντά .
κάτι να της μηνύσει.

Αγόρω μ’ αυτού που περπατείς
Μέρα να μη διαβαίνεις
τη νύχτα μόνο να κινάς
μ’ αστέρια με φεγγάρι
 γιατί ‘ναι Τούρκοι πέρα εκεί
σιμά εις το ποτάμι
παραφιλάν τα’ ασκέρι σου
και σένα να χαλάσουν.

-Εγώ διαβαίνω ριζιμιά,
Στεφάνια και ραχούλες,
Τη μια πάνω
στ’ Άγραφα                                                                  
Την άλλη στο Σοβολάκο,                                                                       
Δεν με τρομάζει η Τουρκιά
Μήτε οι Κοτζαμπάσηδες,
Δεν βγήκα πάνω στα βουνά
Για να καλοζωίσω.
Μόνο κοιμάμαι σε σπηλιές,
Προσκέφαλο λιθάρια,
Ζεστό ψωμί δεν έφαγα,
χιόνι λιώνω και πίνω.

-Εγώ είμαι κόρη του βουνού
Κι αρχόντων θυγατέρα,
Βγήκα με όπλα, με σπαθιά
Τον Τούρκο να χτυπήσω,
Προσμένω η πατρίδα μου
Ελεύθερη να γίνει.
Σύρε, πουλί μου, στ’ Άγραφα,
Σύρε στο Καρπενήσι
Και μήνυσε στην κλεφτουριά
Και στους καπεταναίους
Πως ήρθε η ώρα κι ο καιρός
Να γίνουμε ούλοι ένα.

Απ’ το Βραχώρι έρχονται
Χιλιάδες Αρβανίτες
Στάχτες αφήνουν πίσω τους
Το θάνατο σκορπάνε.

-Εδώ είναι λημέρια κλέφτικα
Και Τούρκους δεν πατάει.

Καραϊσκάκης πρόσταξε
Τσάκα και Μπακογιάννη
μ’ όλα τα παλικάρια τους
Να πάρουν θέση μάχης,
Να οχυρωθούvε στα στενά
Δίπλα στο Σοβολάκο.

Εκεί και η Καπετάνισσα
Σαν άντρας πολεμάει.
Τούρκικο βόλι χτύπησε
Πισώπλατα τη βρήκε.
Αντιλαλούν οι ρεματιές
Κλαίνε τα κλαψοπούλια,
Χάθηκε η Καπετάνισσα
Της Ρούμελης καμάρι.

Βασίλης Σιορόκος

Φωτογραφίες: 1) Της Αγόρως το μνήμα (Ι.Θ.Αθανασόπουλος)
                        2)Η  σπηλιά της Καπετάνισσας (Γ.Τάσιος)
Αγόρω  η Αγραφιώτισσα ( Ζωγραφική απεικόνηση Θ.Μπακογιώργου Ιανουάριος 2009)




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βαρλάμης, Γ., Ηρωικά χρόνια, Αθήνα 1986.
Βαρλάμης, Γ.., Οι γυναίκες του μεγάλου ξεσηκωμού, Αθήνα χ.χ
Γενική Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς.
Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη.
Κατσικάπης Β., Ρουμελιώτες Αγωνιστές στην εποποιία του ’21, Εκδοτική Τυπογραφική, Αθήνα 1990
Λαογραφικό Αρχείο Ακαδημίας Αθηνών.
Μαντούζας, Ν.Β. Η Βράχα υστεροβυζαντινό χωριό των Αγράφων, Αθήνα 1981.
Τσιτσάς Κ. Σεραφείμ, Τα’ Άγραφα, Αθήνα 1967

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2010

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ 1940

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ 1940

ΣΙΟΡΟΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ του ΣΠΥΡΟΥ

("Ευρυτανικά Χρονικά" Οκτώβριος- Νοέμβριος- Δεκέμβριος  2009 Τεύχος 32 )




Όταν κηρύχθηκε ο Πόλεμος του 1940 υπηρετούσα τη θητεία μου στο Μεσολόγγι, στο 39ο Σύνταγμα Ευζώνων, 1ος Λόχος, β΄Διμοιρία.

Το 39ο Σύνταγμα ευζώνων με Διοικητή το Συνταγματάρχη Τζουμέρκα, πήρε εντολή να κινηθεί αμέσως προς το Μέτωπο. Ξεκινήσαμε με μουλάρια και άλογα, με άθλιες καιρικές συνθήκες, βαρύ χειμώνα, πλημμύρες, χιόνια και φθάσαμε στα Γιαννενα. Προχωρούσαμε τις νύχτες και τις μέρες κρυβόμασταν. Είχαμε έλλειψη σε άρβυλα λόγω φθοράς και χωρίς τη δυνατότητα αντικατάστασης (τα δέναμε με σύρμα αφού είχαν λιώσει). Η ψείρα άρχισε νωρίς να μας κυριεύει. Από τα ζώα άρχισαν να φεύγουν τα πέταλα. Φθ΄σαμε στο Μέτωπο και προσκολληθήκαμε στο Μεταγωγικό Σώμα, 3ο Τάγμα, 1ος Λόχος σε ένα χωριό που λεγόταν Δυρμάδες. Βγήκαμε από τις σκηνές για να πάρουμε τσάι και κουραμάνα και εκείνη τη στιγμή οι Ιταλοί άρχισαν να μας βομβαρδίζουν. Τρέξαμε να βρούμε μέρος απυρόβλητο, όπως βράχια και σπηλιές για να κρυφτούμε. Χαθήκανε εκεί πολλοί στρατιώτες και ζώα. Ήμουν με τους σμπατριώτες μου Σεραφείμ Τσούτσουρα από Αγαλιανό και Ευάγγελο Τσίκνα από Καταβόθρα και προχωρούσαμε προς τη θέση Κάριανη. Εκεί έμαθα ότι οι κοντοχωριανοί μου Γιώργος Πεζούλας και Νικόλαος Παπαϊωάννου από τα Αλέστια σκοτώθηκαν…

Στις 8 Δεκεμβρίου ο ελληνικός στρατός κατέλαβε το Αργυρόκαστρο. Πήραμε εντολή να κατευθυνθούμε πτρος τα εκεί. Ξεκινήσαμε μεσάνυχτα και προχωρούσαμε με μεγάλες δυσκολίες. Χιόνιζε ασταμάτητα. Κατευθυνθήκαμε προς το Ύψωμα Παπακώστα από όπου είχαν οπισθοχωρήσει οι Ιταλοί…

Ο σκοτωμός του Τσίκνα

Τα χαράματα και ενώ πλησιάζαμε προς την κορυφή, για να μπούμε σε εγκαταλειμμένο Ιταλικό φυλάκιο, δεχθήκαμε τα πρώτα πυρά από Ιταλούς με όλμους. Οπισθοχωρήσαμε και μπήκαμε, όσοι προλάβαμε, σε απυρόβλητο μέρος. Ο Τσίκνας και ο Τσούτσουρας, που ήμασταν παρέα, μείνανε πίσω και μπήκανε μέσα σε λαγούμια. Όμως οι Ιταλοί τους είχαν επισημάνει και οι οβίδες έπεφταν βροχή. Ήταν μεσημέρι. Είχαν κοπάσει τα πυρά των Ιταλών και πήραμε την απόφαση να βοηθήσουμε αυτούς που ήταν στα λαγούμια, γιατί εκεί ήταν και τραυματισμένοι. Εγώ και άλλοι τρεις στρατιώτες, με την κάλυψη των υπολοίπων, επιχειρήσαμε να τους βοηθήσουμε. Ήταν πολύ επικίνδυνο να πραγματοποιηθεί αυτό, όμως το αποτολμήσαμε και με χίλιες προφυλάξεις πλησιάσαμε. Οι Ιταλοί άρχισαν να μας κτυπούν. Πέσαμε όλοι κάτω. Ο Τσούτσουρας, ο Τσίκνας και οι άλλοι που ήταν στα λαγούμια έκλαιγαν. Τους δώσαμε θάρρος και άρχισε η οπισθοχώρηση προς ασφαλές σημείο, πίσω από κάτι βράχια, μεταφέροντας και τους τραυματίες. Μια οβίδα των Ιταλών πέφτει κοντά μας και ο Βαγγέλης Τσίκνας σκοτώνεται ακριβώς δίπλα μου (χώρισε το κεφάλι από το υπόλοιπο σώμα).

Ήταν 18 Φλεβάρη του 1941. Εκεί δεν είχαμε άλλο θύμα εκτός από τον Τσίκνα. Το βράδυ βγάλαμε φυλάκιο, αλλά ήμασταν βρεγμένοι, νηστικοί, άγρυπνοι και εξαντλημένοι. Έκανε πολύ κρύο. Άρχισε να βρέχει και στη συνέχεια να χιονίζει. Δεν αντέξαμε, μας πήρε ο ύπνος καταγής μέσα στη βροχή και στο χιόνι. Έβαλα μια πέτρα στη μέση μου για να περνάει το νερό. Με το πρώτο φως είδαμε ότι κοιμόμασταν μαζί με σκοτωμένους συναδέλφους μας. Άλλον τον είχα μαξιλάρι και άλλον από τα πλάγια. Η χλαίνη μου ήταν γεμάτη αίματα. Τελικά οπισθοχώρησαν ολοκληρωτικά οι Ιταλοί και εγκατασταθήκαμε στο Ύψωμα Παπακώστα.

Από εκεί πήραμε εντολή να προχωρήσουμε προς το Τεπελένι, όπου μαίνονταν οι μάχες. Ενισχυθήκαμε με διμοιρία με επικεφαλής το λοχαγό Μπερσίμη από το Αιτωλικό. Εκεί ανταμωθήκαμε με το Γιώργο Σκούρα, οπλοπολυβολητή από την Κυραβγένα Αγρινίου. Με τον Σκούρα είχαμε παρεξηγηθεί πριν κηρυχθεί ο πόλεμος και δέχθηκα την απειλή «να μην γίνει ποτέ πόλεμος όσο υπηρετούμε, θα σε σκοτώσω». Η παρεξήγηση έγινε από ρουφιανιά και το φταίξιμο ήταν δικό μου που δεν το ερεύνησα. Όμως κάτω από αυτές τις συνθήκες αγκαλιαστήκαμε και συγχωρεθήκαμε.

Το πρόγραμμά σας περιήγησης μπορεί να μην υποστηρίζει την προβολή αυτής της εικόνας.

Προχωρούσαμε και το χιόνι έπεφτε πυκνό. Ξεπερνούσε τους 80 πόντους. Οι σφαίρες σφυρίζανε δίπλα μας. Σε μια στιγμή βλέπω το Γιώργο Σκούρα να εγκαταλείπει το οπλοπολυβόλο, πέφτοντας νεκρός. Παίρνω εγώ το οπλοπολυβόλο. Το Ιταλικό φυλάκιο μαζί με το δικό μας ήταν γύρω στα 400 μέτρα. Ο λοχαγός Μπερσίμης μας διατάσσει επίθεση. Αυτός όμως γύρισε πίσω και κρυβότανε. Εμείς που τον ξέραμε του κάναμε παρατήρηση, φοβήθηκε μήπως του γίνει αναφορά και συμμορφώθηκε. Δυστυχώς υπήρξε και αυτό από Έλληνα στρατιωτικό, ευτυχώς μεμονωμένο.

Στο Τεπελένι ήμασταν στο ίδιο Τάγμα αλλά σε άλλο λόχο με τον κοντοχωριανό μου Τσερπέλη Αριστείδη από τα Αλέστια. Αργότερα έμαθα ότι στις 27 Φλεβάρη του 1941 ο Αριστείδης σκοτώθηκε στο ύψωμα Γκόλικο.

Το κρύο ήταν τσουχτερό, το χιόνι δυνάμωνε, τα πόδια μας σιγά – σιγά άρχισαν να μην μας κρατούν, από το κρύο δεν τα ορίζαμε. Γίνεται η επίθεση, καταλαμβάνουμε το φυλάκιο των Ιταλών. Τριάντα (30) Ιταλοί συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Σε μια στιγμή ησυχάσαμε και από τις δυο πλευρές. Εκεί που ήμασταν ακουμπισμένοι στον τοίχο μαζί με έναν συνάδελφο έρχεται μια ριπή από πολυβόλο. Πέφτει νεκρός ο συνάδελφος. Εμένα μια σφαίρα μου έκοψε την επωμίδα από τη χλαίνη. Ο συνάδελφος ήταν άγνωστος σε μένα.

Σε μια στιγμή βλέπω έναν Ιταλό να έρχεται καταπάνω μας με μια χειροβομβίδα στο χέρι του, αλλά τα δάχτυλά του ήταν παγωμένα και δεν μπόρεσε να τραβήξει την περόνη. Τον ακινητοποιήσαμε και τον πιάσαμε αιχμάλωτο. Μετά προχωρήσαμε προς τη θέση Δόντι, μια πλαγιά όλο χιόνι. Ήμασταν κάπου 150 στρατιώτες. Μείναμε γιατί ήμασταν εκτός μάχης, μας είχαν κυριέψει τα κρυοπαγήματα. Οι άλλοι προχώρησαν. Οι Ιταλοί είχαν επισημάνει το μέρος και μας βάλανε συνέχεια με το πυροβολικό. Όμως κάποια βλήματα δεν σκάγανε. Το πρωί που ξημέρωσε από τα 150 άτομα που ήμασταν, μείναμε κάπου 100. Οι άλλοι ξυλιασμένοι από την παγωνιά και σκοτωμένοι από τις οβίδες.

Δοκιμάσαμε μήπως μπορούσαμε να περπατήσουμε, αλλά ήταν αδύνατο. Βάλαμε τα όπλα χιαστί και κυλάγαμε μέσα στο χιόνι κάπου 300 μέτρα.

22 Μαρτίου 1941. Μας βάζουνε στα ζώα και μας μεταφέρουν στο Αργυρόκαστρο. Ο Κώστας ο Μουτόπουλος από τον Αγαλιανό, τραυματιοφορέας μου έδωσε μια προβιά να τυλιχτώ και από εκεί με φορτηγά μας μετέφεραν στα Γιάννενα. Εκεί μου ήμουν στο κρεβάτι μου λέει ένας στρατιώτης εμπιστευτικά «επουδενί, να μην δεχτείς να σου κόψουν τα πόδια. Αν μπορείς γύρνα μπρούμυτα και δες από το παράθυρο τον ακάλυπτο χώρο». Με μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσα να γυρίσω μπρούμυτα, στήριξα τα χέρια μου, σήκωσα ελαφρά το σώμα μου, το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Βλέπω έναν λάκκο μεγάλο, γεμάτο από ανθρώπινα πόδια μαζί με άρβυλα και γκέτες.




Όταν ήρθε η σειρά μου για το χειρουργείο οι γιατροί μου λένε ότι τα πόδια μου είναι σε κακά χάλια. Αν τα αφήσουμε θα πεθάνεις. Τους λέω: «Θέλω να πεθάνω με τα πόδια μου. Με καμία δύναμη δεν θα μου τα πειράξετε». Αυτοί επέμειναν, αλλά η δική μου φωνή ακούστηκε σε όλο ο νοσοκομείο. Θέλω να με διώξετε για το Αγρίνιο που είναι κοντά η μάνα μου και οι αδελφές μου να με βοηθήσουν. Τότε έφαγα μια σπρωξιά από στρατιωτικό γιατρό και εκεί συνειδητοποίησα τι σήμαινε για μερικούς να θυσιαστείς για την πατρίδα.

Ένοιωσα τόσο μεγάλη απογοήτευση και ταπείνωση, αλλά μέσα μου κάτι μου έλεγε ότι έχεις πίσω μια μάνα και δυο αδελφές χωρίς κανένα στήριγμα, αφού ο πατέρας μου με τη γρίπη του 1919 πέθανε κι εγώ τότε ήμουν 3 μηνών και δεν τον γνώρισα. Ο πατέρας μου είχε πάει στην Αμερική αλλά με την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γύρισε πίσω να βοηθήσει την πατρίδα αλλά τον βρήκε η γρίπη.

Με μεγάλη λύπη έφτασε στα αυτιά μου ότι οι κάποιοι στρατιωτικοί γιατροί ήταν γερμανόφιλοι. Αφού δεν πέρασε το δικό τους, την άλλη μέρα με βάλανε στο αυτοκίνητο και με πήγανε στο Αγρίνιο, από εκεί στο Μεσολόγγι και μετά στο Νοσοκομείο στο Λουτράκι (Ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σε Νοσοκομείο).

Στα Γιάννενα και πριν φύγω έμαθα ότι ο Κώστας ο Μουτόπουλος από τον Αγαλιανό που μου είχε δώσει την προβιά για μην κρυώνω, είχε σκοτωθεί στο Τεπελένι. Έκανα το σταυρό μου και παρακαλούσα το Θεό να γλυτώσουν τα πόδια μου. Από ποδόλουτρα και φωτόλουτρα που μου κάνανε, άρχισε να κυκλοφορεί το αίμα. Άρχισαν φρικτοί πόνοι. Το κρεβάτι που με είχαν ήταν σιδερένιο και το λύγισα, πολλές φορές λιποθυμούσα από τους πόνους. Στο θάλαμο που ήμουν ήταν γιατροί από την Κρήτη. Πολύ καλοί με υπομονή και κατανόηση…

Σε έναν μήνα στάθηκα στα πόδια μου και άρχισα να κάνω τα πρώτα βήματα. Σε δυο μήνες είχα σημαντική βελτίωση και έφυγα για το χωριό μου, τη Φτελιά. Όταν αντίκρισα τη μάνα μου, τις αδελφές μου, το σπίτι μου, η χαρά μου και η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Δεν ήξεραν αν ζω ή είχα πεθάνει. Με τι μέσα τότε να επικοινωνήσεις. Σε εμάς την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε τίποτα.

Ακολούθησε μια μακρόχρονη προσπάθεια για αποκατάσταση της υγείας μου, γιατί ήταν αδύνατο να εργαστώ. Με εμπειρικά μέσα, όπως βδέλλες, ζεμπελίνα (φυτό με ισχυρές καυστικές ιδιότητες και επικίνδυνες παρενέργειες) και με τη βοήθεια του Κώστα του Πρωτόγερου από τις Καλύβες Αλεστίων ( με ένα κέρατο από βόδι που είχε κάνει ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη, προσπαθούσε να τραβήξει με το στόμα το αίμα από τα πόδια και να βελτιώσει την κυκλοφορία του). Η εμπειρική αυτή αγωγή διήρκεσε αρκετά χρόνια με φρικτούς πόνους στα πόδια μου και μόνο με τη βοήθεια των δικών μου.

Στην προσπάθειά μου να βγάλω αναπηρική σύνταξη, όταν τελείωσε ο πόλεμος, συνάντησα τις πόρτες της πατρίδας μας κλειστές. Από ποιους άραγε; Από αυτούς που πολεμούσαμε μαζί στο Μέτωπο, ή από αυτούς που ήθελαν να μου κόψουν τα πόδια. Δυστυχώς πολλοί χωρίς να έχουν πιάσει όπλο και χωρίς κανένα πρόβλημα βρέθηκαν με αναπηρική σύνταξη.

Αργότερα στο χωριό έμαθα ότι τον Απρίλιο σκοτώθηκε στο Πλατύ Σιάνου, στην Γκριμπάλα, κοντά στο Τεπελένι ο Ευάγγελος Πρωτόγερος από τα Αλέστια ( 16-4-1941).

Δοξάζω το Θεό που έζησα, παρόλο που πέρασα τόσα. Πόλεμος, κακουχίες, πείνα, ψείρες, κρυοπαγήματα, διαμπερές τραύμα στον εμφύλιο…

Ενενήντα (94) χρονών σήμερα (2012) είμαι όρθιος και υγιής. Καμαρώνω τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου. Προσεύχομαι για τις ψυχές των συμπολεμιστών μου που χάθηκαν στο Μέτωπο και εύχομαι στις νεότερες γενιές ποτέ να μην ζήσουν τέτοια γεγονότα.
                                                                                                                              ( Βασίλης Σιορόκος )

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Φτελιά

Βρίσκεται σε υψ. 1000μ. πλησίον του Δ.Δ. Αλεστίων, περιβάλλεται από πανύψηλες βουνοκορφές με υπέροχα και πυκνά δάση ελάτης, κέδρου, βελανιδιάς και φτελιάς, με τον ποταμό Τρικεριώτη να χύνεται στη λίμνη των Κρεμαστών , αποτελεί σπάνιας φυσικής ομορφιάς ορεινό τοπίο. Στην απογραφή του 2001 η Φτελιά είχε 49 κατοίκους και 21 σπίτια. Το 1846 μαζί με την Τσέρκοβα αποτελούσε την Τσερκοβοφτελιά χωριό του Δήμου Αρακυνθίων με 102 κατοίκους.

Μαζί με την Τσέρκο αναφέρεται στους φορολογικούς καταλόγους κατά την προεπαναστατική περίοδο του 1810. Ο παλαιός Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου που υπολογίζεται ότι κτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα με ξυλόγλυπτο τέμπλο ( το οποίο δεν διεσώθη ), κατέρρευσε και κτίστηκε νέος ναός σε άλλη θέση το 1965. Κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή μετά τις 15 Αυγούστου ο Σύλλογος Φτελιωτών οργανώνει πανηγύρι – αντάμωμα με μεγάλη συμμετοχή.

Πάνω από τον παλαιό οικισμό Αγκαθές των Αλεστίων , ανάμεσα από πυκνό ελατόδασος ξεπροβάλλει τεράστιος βράχος ο οποίος φαίνεται από τη Φτελιά έχοντας γυναικεία μορφή με μαντήλι.

Στη θέση «Καταλώνια» υπάρχουν ίχνη αρχαίου οικισμού. Μεταξύ Αγαλιανού και Φτελιάς υπάρχει μονοπάτι «Απάνω Σκάλα», που σύμφωνα με την παράδοση κατασκευάστηκε από το Ν. Μπακάλη (ιδρυτή των Αλεστίων) επί Τουρκοκρατίας. Το μονοπάτι αυτό οδηγεί στη θέση «της Αγόρως το μνήμα». Εκεί σύμφωνα με την παράδοση σκοτώθηκε η Αγόρω η Αγραφιώτισσα, καπετάνισσα επί τουρκοκρατίας, η γενναιότητα της οποίας εξυμνείται σε ένα δημοτικό τραγούδι και παραλληλίζεται με εκείνη της Μόσχως της Σουλιώτισσας (Λαογραφικό Αρχείο αρ. 694Β). Πιθανολογείται ότι κρυσφύγετό της ήταν μια απόκρημνη σπηλιά στην περιοχή των Εσωχωρίων, με την ονομασία «Σπηλιά της Καπετάνισσας».

Στο βουνό Καμάρια (Ψηλή Ράχη) στη Δυτική πλευρά υπάρχουν μεταλλεύματα χαλκού τα οποία πιθανόν ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Στη Φτελιά έζησε ο Σπύρος Σιορόκος 1886- 1919 άριστος τεχνίτης του χαλκού. Στη θέση «Πουριά» γινόταν εξόρυξη πωρόλιθου που χρησιμοποιείτο κυρίως για την κατασκευή τζακιών. Στη διαδρομή Χούνη – Φτελιά στη θέση «Καλογέρου βρύση» υπάρχει μεγάλο σπήλαιο το οποίο ανακαλύφθηκε το 1975 καθώς και άλλα σπήλαια με σταλακτίτες και σταλαγμίτες στις θέσεις «Διασταύρωση» και «Κομματάκια». Υπάρχει μονοπάτι που οδηγεί σε δύσβατο και απόκρημνο μέρος όπου υπάρχει σπηλιά 70 τ.μ. περίπου με την ονομασία «Ασκή σπηλιά» (άγνωστο από πού προήλθε η ονομασία). Εκεί κατέφευγαν τα γυναικόπαιδα για να προστατευθούν από τους Τούρκους, κατά τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο.

Από τη Φτελιά καταγόταν ο καθηγητής Λάμπρος Καρασμάνης (1885-1956) έργο του «Ιστορικαί Ευρυτανικαί Σελίδες» (1931), κ.α. «Τα Φτελιώτικα Νέα» του συλλόγου αποτέλεσαν για αρκετά χρόνια το συνδετικό κρίκο των απανταχού Φτελιωτών.

Στη Φτελιά μπορούμε να πάμε εκτός από Προυσό, Αγ. Βλαχέρνα, Αγαλιανό και από Χούνη Αιτωλοακαρνανίας, μια καταπληκτική διαδρομή με θέα τις ελατόφυτες βουνοκορφές να αντικατοπτρίζονται στα νερά τις λίμνης των Κρεμαστών.

Τσέρκο ή Τσέρκοβα


Μικρός οικισμός πλησίον της Φτελιάς όπου υπάρχει ο Ι.Ν.Αγ. Αθανασίου και το κοιμητήριο του χωριού. Στη θέση "Ερμές" υπήρχε οικισμός με 31 οικογένειες, καθώς και Ι.Ν προφήτη Ηλία. Η ονομασία Έρμες προήλθε από καταστροφή - ερήμωση του οικισμού μετά απο κατολίσθηση του βουνού λόγω σεισμού, στα τέλη του 17ου αιώνα. Την ίδια περίοδο καταστράφηκε και το Σοβόλακο (σημερινός Ψηλόβραχος). Κοντά στις Έρμες και δίπλα σε κρυστάλλινη πηγή υπάχρει υπεραιωνόβιος πλάτανος με άνοιγμα 3μ περίπου όπου στην κατοχή χρησιμοποήθηκε σαν φυλάκιο.

Μυλωνέικα

Ο οικισμός βρίσκεται στην αριστερή όχθη του Τρικεριώτη, με 6 σπίτια, 2 νερόμυλος και τον Ι.Ν του Αγ.Νικολάου. Το ποτάμι εδώ εμπλουτίζεται από τον Κοριστιάνη και το Αλεστιώτικο - Φτελιώτικο ρέμα, δημιουργεί ένα τεράστιο πλάτωμα που καταλήγει στα "Στενά", φαράγγι που οδηγεί στη λίμνη των Κρεμαστών. Στα Στενά υπάρχει μεταλλική γέφυρα που συνδέει τα Αμπλέλια (Αγ. Βλαχέρνα) με Μυλωνέικα - Φτελιά- Αγαλιανό (παλαιότερα υπήρχε το γνωστό καρέλι). Στο φαράγγι των Στενών, τα νερά του ποταμού δημιουργούν μικρή λίμνη, δίπλα σε δασύλλιο από μικρά και μεγάλα πλατάνια με ψιλή άμμο. Τα νερά γλύφουν απότομους βράχους "στριμώχνοντας" το ποτάμι πριν φτάσει στη λίμνη των Κρεμαστών, συνθέτοντας ένα μοναδικό τοπίο σπάνιας φυσικής ομορφιάς. Ο χώρος έχει καλή πρόσβαση και προσφέρεται για camping, κολύμπι, ψάρεμα. Ο Τρικεριώτης είναι ιδανικός για αθλητικές δραστηριότητες όπως rafting, canoe,kayak.